Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν κρατούσα ημερολόγιο. Ποτέ δεν κατέγραφα την καθημερινότητά μου σε μια κόλλα χαρτί. Το θεωρούσα άσκοπο, ανούσιο. Σαν το πιτσιρίκι που αναζητά το παιχνίδι του για απόλαυση χωρίς να ενδιαφέρει ή να επηρεάζει κάποιον άλλο.
Από μικρή ωστόσο ένιωθα την ανάγκη να αποτυπώνω με λέξεις την πραγματικότητα όπως την βίωνα. Αισθήματα πιτσιλισμένα με τα χρώματα της ανακάλυψης και κρυμμένα πίσω από πέπλα παρομοιώσεων, αλήθειες σαφείς και κατανοητές μόνο στα δικά μου μάτια. Μάτια απόνηρα, απονήρευτα, ειλικρινή και διψασμένα.
Μυστικότητα το αποκαλούσαν όσοι φάνταζαν μεγάλοι τότε. Φαντασία, απαντούσα.
Το Σάββατο ήταν μια χαρακτηριστική νύχτα Οκτωβρίου στην Ιταλική πρωτεύουσα. Μια βόλτα για ποτό και περπάτημα κατά μήκος του Τίβερη σε μια σιωπηλή μάχη με το κρύο και την υγρασία που περόνιαζε το δέρμα φτάνοντας στην καρδιά και το μυαλό, θαρρείς για να τα μουδιάσει. Μα δεν θα νικούσαν. Ο χτύπος ολοένα και πιο δυνατός, πιο έντονος, ωθούσε το αίμα να κυκλοφορεί αποφασιστικά από άκρη σε άκρη του σώματος προσδίδοντας περισσότερη διαύγεια στο πνεύμα. Το προβληματισμένο και μελαγχολικό βλέμμα, το φορτισμένο, το λογικό και εμπλουτισμένο με εμπειρίες που σκίαζε τα καστανά μάτια έδωσε ξάφνου την θέση του σε ένα άλλο, καθάριο ωσάν άδειο καμβά έτοιμο να καθρευτίσει όλα τα αστέρια του ουρανού, όλα τα φώτα της πόλης.
Η έφηβη είχε επιστρέψει! Χρόνια μετά την πρώτη της εμφάνιση, είχε αναδυθεί και πάλι από την σπηλιά της καλεσμένη από μια αδιόρατη αναγεννησιακή ανάγκη. Θα ξεγυμνωνόταν για ακόμα μια φορά με όλη την φρεσκάδα, την τόλμη και την ανυπομονησία των νεανικών της χρόνων.
Ψυχή στο χαρτί, φωνή στο μολύβι και δεκαπέντε σελίδες με όνειρα, ανησυχίες, προορισμούς, διαδρομές, απαντήσεις κι αυτοκριτική σε ρίγες δίχως λογική, δίχως περιορισμούς ιεραρχημένης δομής και νοήματος αλλά με ξεκάθαρο μήνυμα.
Είχα πολύ καιρό να γράψω και χρόνο για να διαγράψω. Αδιάκριτα βλέμματα και χέρια βρώμικα δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στον ανταριασμένο ωκεανό της σκέψης. Ενώ το σκαρί του κορμιού φαίνεται, δίνεται και προσφέρεται με περίσσεια ευκολία, το κέντρο της ύπαρξης -αυτή η δύναμη, κινητήρας, τιμόνι, χαλινάρι και άγκυρα μαζί- παραμένει δυσπρόσιτο. Οι πόρτες της ψυχής έχουν πάντα κάγκελα ψηλά και στολισμένα με ατίθασα αγκαθωτά κλαδιά προστατεύοντας την πραγματική περιουσία, τον θησαυρό της μοναδικότητας. Εδώ δεν υπάρχει face-control, το σουσάμι δεν είναι μαγική λέξη και τα ξίφη των κουρσάρων καταφέρνουν μοναχά να κάνουν πιο πυκνή την ακανθώδη πλέξη.
Η καταρρακτώδης βροχή και ο άνεμος που λυσσομανούσε μέσα μου είχαν πια κοπάσει. Οι χοντρές σταγόνες που έμοιαζαν να μαστιγώνουν καθετί στο πέρασμά τους είχαν καταφέρει επιτέλους να ξεπλύνουν τις σκονισμένες φυλλωσιές αφήνοντας στην θέση τους ζωηρές, λαμπερές, πρασινόχρωμες κοιλάδες. Ακόμα και το φως που τις διαπερνούσε είχε μια μυστικιστική χροιά, σαν συνεννοημένο με την φύση να αναδείξει την ομορφιά, την ζεστασιά, την αρμονία, την αναζωογόνηση ... την κάθαρση! Στιγμιαία, ανατρεπτική, ίσως προσωρινή, μα άκρως λυτρωτική!








